 |
 |
|
Στέβια - Πληροφορίες
(εισαγωγικές) για
την καλλιέργειά της ...
|
|
|
|
Μέρος Β΄
|
Πλεονεκτήματα της
Στέβια
Σύμφωνα με έρευνα
της Zenith
International, κατά
το 2010 οι πωλήσεις
της στέβιας διεθνώς
ανήλθαν στους 3.500
μετρικούς τόνους,
αυξήθηκαν δηλαδή 1%
σε σχέση με το 2009,
αντιπροσωπεύοντας
συνολική αξία 285
εκατομμυρίων
δολαρίων.
Προς τι η παγκόσμια
στροφή στη στέβια,
το φυτό που
αποκαλείται διεθνώς
ως το “ιερό
δισκοπότηρο” της
βιομηχανίας
τροφίμων;
Με το διαβήτη και
την παχυσαρκία να
αποτελούν τη μάστιγα
του αιώνα, η
παγκόσμια ζήτηση για
ισορροπημένα
διατροφικά προϊόντα
με ελάχιστη
θερμιδική
περιεκτικότητα έχει
αυξηθεί γεωμετρικά.
Γι' αυτό, η στέβια,
ως γλυκαντική ουσία
με μηδέν θερμίδες,
χρησιμοποιείται
ολοένα και
περισσότερο για την
παρασκευή τροφίμων ή
ποτών, ιδίως από το
2008 που οι
αμερικανικές Αρχές
ενέκριναν τη χρήση
της. Δεν είναι
τυχαίο ότι η Coca-Cola,
η Pepsico και η
Lipton αποτελούν
ορισμένους μόνο από
τους πολυεθνικούς
κολοσσούς που
χρησιμοποιούν τη
στέβια ως συστατικό
των αναψυκτικών
τους.
Καλλιέργεια
στέβιας στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η
καλλιέργεια
στεβιοζάχαρης
φαίνεται όχι θα
μπορούσε να
λειτουργήσει ως
μοχλός ανάπτυξης για
την Ελληνική
Βιομηχανία Ζάχαρης,
της οποίας τα
οικονομικά μεγέθη
βρίσκονται “στο
κόκκινο”. “Εκτός από
την τευτλοζάχαρη, η
ΕΒΖ θα μπορούσε να
στραφεί στην
καλλιέργεια στέβιας
και στη δημιουργία
εργοστασίου
παραγωγής
στεβιοζάχαρης, που
δεν υπάρχει ούτε
στην Ευρώπη ούτε στα
Βαλκάνια”, αναφέρει
ο κ. Καπόγλου.
Η στέβια αποτελεί,
κατά τους ειδικούς,
πρώτης τάξης
εναλλακτική
καλλιέργεια έναντι
όχι μόνον των
ζαχαρότευτλων, αλλά
κυρίως του καπνού,
όπως και του
βαμβακιού ή του
παντζαριού,
εξασφαλίζοντας
ικανοποιητικό
εισόδημα, χωρίς
καμία επιδότηση.
Σύμφωνα με τον κ.
Καπόγλου, τα μικτά
κέρδη από την
καλλιέργεια στέβιας
μπορούν να
διαμορφωθούν στα
1.000 ευρώ ανά
στρέμμα και είναι
πολύ μεγαλύτερα σε
σχέση με τη
βαμβακοκαλλιέργεια,
που αποδίδει μικτά
κέρδη όχι
περισσότερα από 250
ευρώ ανά στρέμμα.
Την ίδια στιγμή,
όπως εξηγεί ο
επιμελητής του
Καπνικού Σταθμού
Έρευνας Καρδίτσας,
Κωνσταντίνος
Ζαχοκώστας, με την
Ευρωπαϊκή Ένωση να
έχει αποφασίσει τη
διακοπή της
επιδότησης προς τους
καπνοπαραγωγούς από
το 2013 -λόγω και
των σοβαρών βλαβών
που προκαλεί στην
ανθρώπινη υγεία ο
καπνός- η στέβια
εκτιμάται ότι θα
μειώσει δραματικά τα
τεράστια ποσοστά
ανεργίας των
καπνοκαλλιεργητών.
Πώς καλλιεργείται
η στέβια
Mε άλλα λόγια, η
μεγάλη ζήτηση της
στέβιας καθιστά
ενδεδειγμένη την
καλλιέργειά της είτε
από ερασιτέχνες είτε
από επαγγελματίες
αγρότες. Σε κάθε
περίπτωση, πάντως,
μπορεί να καλύψει
τις ημερήσιες
ανάγκες των
νοικοκυριών, καθώς
μπορεί να φυτευτεί
στη γλάστρα ή σε
περιορισμένη
επιφάνεια του κήπου
και να ακολουθηθεί
μέθοδος καλλιέργειας
αντίστοιχη με αυτή
της γαρδένιας.
Καλλιέργεια
Στέβιας
Για πρώτη φορά στην
Ελλάδα το
Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας
πραγματοποίησε
πειραματικές
καλλιέργειες στην
Αγία Παρασκευή του
Δήμου Σοφάδων, των
οποίων τα δείγματα
εστάλησαν για
ανάλυση στη Γερμανία
και στο Ινστιτούτο
Τεχνολογίας
Γεωργικών Προϊόντων
του Εθνικού
Ιδρύματος Αγροτικής
΄Έρευνας. Οι
αναλύσεις οδήγησαν
σε πολύτιμα
συμπεράσματα σχετικά
με την καλλιέργεια
του φυτού σε
μικρομεσαίες ή
μεγάλης επιφάνειας
εκτάσεις γης.
Κατ' αρχάς, σύμφωνα
με τον κ. Ζαχοκώστα,
έπειτα από
πειραματισμούς
αποστάσεων φυτείας
τεσσάρων χρόνων και
μάλιστα σε τρεις
διαφορετικές
περιοχές (Μητρόπολη
Καρδίτσας, Δομένικο
Ελασσόνας και Αγία
Παρασκευή Σοφάδων),
προκύπτει ότι η
πλέον κατάλληλη
απόσταση είναι 75x40
εκατοστά, καθώς με
τον τρόπο αυτό
επιτυγχάνεται η
μεγαλύτερη απόδοση.
Παράλληλα, η
καλύτερη περίοδος
κοπής των φυτών
είναι το διάστημα
λίγο πριν από την
άνθιση, που
συμπίπτει σε χρονική
περίοδο ογδόντα έως
ογδόντα πέντε ημερών
από τη μεταφύτευση.
Οι ενδιαφερόμενοι
πρέπει να γνωρίζουν
ότι σπόρους -είναι
πολύ μικροί, ένα
γραμμάριο ισοδυναμεί
με 2.600 σπόρους-
στέβιας μπορούν να
αναζητήσουν σε
γεωπονικά κέντρα.
Στο πλαίσιο των
πειραμάτων του
Πανεπιστημίου
Θεσσαλί ας
χρησιμοποιήθηκαν
τέσσερις ποικιλίες,
δύο προέλευσης
Παραγουάης (Eirete
Criolo), μία Ινδίας
(SRB 128), ενώ η
τέταρτη
δημιουργήθηκε από
τον Καπνικό Σταθμό
Έρευνας Καρδίτσας.
Πολλαπλασιασμός
της στέβιας
Πώς πολλαπλασιάζεται
η στέβια; Όπως
εξηγεί ο κ.
Ζαχοκώστας, η πλέον
ευρέως
χρησιμοποιούμενη
μέθοδος
πολλαπλασιασμού
είναι αυτή με τη
χρήση σπόρου, ο
οποίος -όπως και
στον καπνό- δεν
τοποθετείται
απευθείας στο
χωράφι, επειδή οι
πιθανότητες
φυτρώματος του
σπόρου είναι πολύ
μικρές. Γι' αυτό, η
στέβια
μεταφυτεύεται, ώστε
να παραχθούν όσο το
δυνατόν περισσότερα
σπορόφυτα.
Αποξήρανση της
στέβιας
Τέσσερις μέθοδοι
αποξήρανσης
-διαδικασία μέσω της
οποίας παράγεται η
γλυκαντική ουσία
χάρη στην οποία η
στέβια βρίσκεται στο
επίκεντρο του
παγκόσμιου
επενδυτικού και μη
ενδιαφέροντος-
υπάρχουν: Αυτή που
παραπέμπει σε
άρμεγμα (αποφύλλωση
του φυτού) και -για
μεγάλες εκτάσεις-
απαιτεί μεγάλο
αριθμό εργατικών
χεριών. Η
βραζιλιάνικη, που
πραγματοποιείται
μηχανικά, με τα φυτά
να εισάγονται σε
μεγάλους κλιβάνους,
όπου επικρατεί υψηλή
θερμοκρασία και
έντονος αερισμός.
Η μηχανική συλλογή
των φύλλων με τη
μέθοδο του
αρμέγματος, όπου τα
φύλλα οδηγούνται για
μεταποίηση στο
εργοστάσιο, που
παρουσιάζει μεγάλα
μειονεκτήματα (π.χ.,
τα φύλλα “ανάβουν”
αν δεν οδηγηθούν
εντός διώρου στο
εργοστάσιο).
Αυτή που επινόησαν
οι κ.κ. Ζαχοκώστας
και Α. Χαραλάμπου:
τα φυτά κόβονται σε
ύψος πέντε εκατοστών
από το έδαφος,
συλλέγονται όπως τα
καπνόφυλλα και
οδηγούνται στα
ξηραντήρια καπνού. Η
συγκεκριμένη μέθοδος
εξασφαλίζει άριστο
πράσινο χρωματισμό,
επιτρέπει στον
παραγωγό να
αποθηκεύσει και να
πουλήσει το προϊόν
όποτε αυτό κριθεί
σκόπιμο, ενώ μπορεί
να στηριχθεί στις
υφιστάμενες
καπνοπαραγωγικές
εγκαταστάσεις.
Αναφορικά με την
τιμή πώλησης της
στέβιας, ελλείψει
της έγκρισης από την
Ε.Ε. δεν μπορεί να
προσδιοριστεί, όπως
σημειώνει ο κ.
Ζαχοκώστας. Ωστόσο,
στην Παραγουάη το
ένα κιλό ξηρών
φύλλων πωλείται από
2,50 έως 5 δολάρια.
Στέβια σε
γλάστρες
Σε επίπεδο
νοικοκυριού, η
στέβια μπορεί να
αναπτυχθεί και σε
γλάστρα ή μικρή
επιφάνεια κήπου,
όπως η γαρδένια, και
να ακολουθηθεί
σχηματικά η
διαδικασία της
σποράς,
μεταφύτευσης, κοπής
του φυτού,
αποξήρανσης και
διαχωρισμού των
βλασταριών από τα
φύλλα.
Σπορεία στέβιας
Για τον σκοπό αυτό
χρησιμοποιούνται
τριών ειδών σπορεία,
τα “παραδοσιακά”, τα
επιπλέοντα και αυτά
που παράγονται με τη
μέθοδο της
υδρονέφωσης.
Τα “παραδοσιακά” θα
πρέπει να έχουν
πλάτος ένα μέτρο και
μήκος περίπου 10
μέτρα και να είναι
ελαφρώς υπερυψωμένα,
ώστε να γίνεται καλή
αποστράγγισή τους.
Το ύψος τους θα
πρέπει να είναι από
10 έως 20 εκατοστά,
ενώ το χώμα του
σπορείου θα πρέπει
να είναι
ψιλοχωματισμένο,
πλούσιο σε οργανική
ουσία, καλά
αεριζόμενο και
απαλλαγμένο από
ζιζάνια, όπως εξηγεί
ο κ. Ζαχοκώστας. Οι
σπόροι της στέβιας,
λόγω του μικρού
μεγέθους τους, θα
πρέπει να σπέρνονται
στην επιφάνεια του
σπορείου και στη
συνέχεια να
καλύπτονται με
τύρφη, ώστε να μην
απομακρυνθούν
εξαιτίας ενδεχόμενης
βροχόπτωσης ή
ανέμου, αλλά και να
μη φαγωθούν από τα
πουλιά. Ποτίζουμε
ελαφρά, για να
κολλήσει το χώμα με
τον σπόρο, ενώ τα
σπορόφυτα θα είναι
στο κατάλληλο στάδιο
ανάπτυξης για
μεταφύτευση 8-10
εβδομάδες μετά τη
σπορά του σπόρου.
“Πυξίδα” για την
κατάλληλη περίοδο
σποράς στο σπορείο
είναι οι καιρικές
συνθήκες που
επικρατούν στην
περιοχή.
Τα επιπλέοντα
σπορεία βρίσκονται
μέσα σε θερμοκήπια,
όπου υπάρχουν
ελεγχόμενες συνθήκες
φωτισμού, υγρασίας,
θερμοκρασίας και
αερισμού. Όπως
διευκρινίζει ο κ.
Ζαχοκώστας, το εν
λόγω σύστημα είναι
πολύ απλό και
αξιόπιστο, ο
καλλιεργητής
απαλλάσσεται από τις
επιπρόσθετες
διαδικασίες του
ποτίσματος, του
βοτανίσματος, του
σκεπάσματος και του
ξεσκεπάσματος.
Επίσης, το κόστος
παραγωγής είναι
μικρότερο, με τα
παραγόμενα στεβιο-φυτάρια
να διαθέτουν δυνατό
στέλεχος και
ολοκληρωμένο ριζικό
σύστημα, γεγονός που
περιορίζει στο
ελάχιστο την απώλεια
των φυτών που
περιέχουν τις
γλυκογόνες ουσίες.
Ταυτόχρονα, η
καλλιέργεια με
επιπλέοντα σπορεία
είναι περισσότερο
οικολογική, διότι
αποφεύγεται η
απολύμανση, η χρήση
φυτοφαρμάκων, ενώ τα
λιπάσματα που
χρησιμοποιούνται
είναι λιγότερα και
τοποθετούνται μέσα
στο νερό.
Τα ειδικά τελάρα που
χρησιμοποιούνται από
τη συγκεκριμένη
μέθοδο είναι από
πολυουρεθάνη, οι
κυψελίδες είναι σε
μορφή πυραμίδας, με
βάση τετράγωνη και
βάθος όχι λιγότερο
από 40 χιλιοστά, ο
όγκος θα πρέπει να
είναι από 17-20 κυβ.
εκατοστά, ενώ σε
κάθε τρύπα
τοποθετείται ένας
σπόρος. Τα φυτά πριν
από την μεταφύτευση
τους στο χωράφι θα
πρέπει να
κουρευτούν, ώστε:
•
η διάμετρος του
στελέχους να αυξηθεί
•
τα φυτά να είναι
καλύτερα αερισμένα
(λιγότερες
πιθανότητες
δημιουργίας
ασθενειών στον
κορμό) και
•
τα λιγότερα
ανεπτυγμένα φυτά να
έχουν μικρότερη
σκίαση από τα
ανεπτυγμένα για να
εξασφαλίζεται
ομοιομορφία
Όπως σημειώνει ο κ.
Ζαχοκώστας, τα νέα
σπορόφυτα θα είναι
έτοιμα για
μεταφύτευση 6-8
εβδομάδες μετά την
τοποθέτηση των
τελάρων στο
θερμοκήπιο, ενώ στο
χωράφι θα πρέπει να
μεταφυτευτούν όταν η
θερμοκρασία του
εδάφους
σταθεροποιηθεί πάνω
από τους 12 βαθμούς
Κελσίου.
Αναφορικά με την
υδρονέφωση, είναι η
ίδια μέθοδος με την
παραπάνω, αλλά, εν
προκειμένω, τα
τελάρα είναι
τοποθετημένα μισό
μέτρο πάνω από το
έδαφος και το
πότισμα, ενώ τα
θρεπτικά στοιχεία
και τα διάφορα
φυτοφάρμακα δίνονται
μέσω της υδρονέφωσης
(fog system).
Στο φυσικό
περιβάλλον της η
στέβια μεγαλώνει σε
ελαφρώς αμμώδη,
ελαφρώς όξινα εδάφη
που περιέχουν λίγη
οργανική ουσία και
αποδίδει καλύτερα σε
εδάφη με PH από 7-8.
Η λίπανση πρέπει να
έχει τη σχέση 3-1-2,
2-1-2 και 1-1-2
(άζωτο, φώσφορο και
κάλιο).
Πηγές
Εφημερίδα ΚΕΦΑΛΑΙΟ
(Άρθρο του
δημοσιογράφου
Δημήτρης Δελεβέγκος)
http://stevia-gr.blogspot.com/
Γνωρίζετε ότι το
φυτό
Stevia
μπορεί να
καλλιεργηθεί στις περισσότερες
χώρες, αν και
ορισμένες χώρες
περιορίζουν ή
απαγορεύουν τη χρήση
του ως γλυκαντική
ουσία;
Στέβια - Stevia
rebaudiana (άνθη)
Στέβια - Stevia
rebaudiana
Η Στέβια (Stevia)
είναι ένα γένος
φυτών που
αποτελείται από 240
περίπου είδη
αρωματικών και
θάμνων και ανήκει
στην οικογένεια των
ηλίανθων (Asteraceae).
Συναντάται σε
υποτροπικές και
τροπικές περιοχές
της δυτικής Βόρειας
και Νότιας Αμερικής.
Το είδος της
Stevia rebaudiana,
κοινώς γνωστό ως
γλυκό φύλλο (sweetleaf,
sweet leaf,
sugarleaf) ή
απλά Στέβια είναι
διαδεδομένο ως
καλλιέργεια για τα
γλυκά του φύλλα. Σαν
γλυκαντική ουσία και
σαν υποκατάστατο της
ζάχαρης, η γεύση της
Stevia έχει
μια πιο αργή έναρξη
και μεγαλύτερη
διάρκεια από εκείνη
της ζάχαρης, αν και
ορισμένα από τα
αποστάγματά της
μπορεί να έχουν μια
πικρή ή σαν
γλυκόριζας επίγευση
σε υψηλές
συγκεντρώσεις.
Καθώς τα αποστάγματά
της έχουν έως και
300 φορές τη
γλυκύτητα της
ζάχαρης, η
Stevia έχει
συγκεντρώσει την
προσοχή με την
αύξηση της ζήτησης
εναλλακτικών
τροφίμων χαμηλής
περιεκτικότητας σε
υδατάνθρακες και
ζάχαρη. Η ιατρική
έρευνα έχει δείξει
επίσης πιθανά οφέλη
από τη
Stevia στη
θεραπεία της
παχυσαρκίας και της
υπέρτασης. Επειδή η
Stevia έχει
αμελητέα επίδραση
στην γλυκόζη του
αίματος, είναι
ελκυστική ως φυσική
γλυκαντική ουσία για
ανθρώπους που
ακολουθούν διατροφή
με ελεγχόμενη
ποσότητα
υδατανθράκων.
Πολιτικές
αντιπαραθέσεις και
ανησυχίες για την
υγεία έχουν
περιορίσει τη
διαθεσιμότητα της
Stevia σε
πολλές χώρες. Για
παράδειγμα, οι
Ηνωμένες Πολιτείες
την απαγόρευσαν στις
αρχές της δεκαετίας
του 1990, εκτός αν
χαρακτηρίζονταν ως
συμπλήρωμα, αλλά το
2008 ενέκριναν το
εκχύλισμα
rebaudioside-A
ως πρόσθετο
τροφίμων. Ορισμένες
χώρες εξακολουθούν
να περιορίζουν ή να
απαγορεύουν τη χρήση
της μέχρι την
αξιολόγηση
υφιστάμενων
εφαρμογών. Η
Stevia
χρησιμοποιείται
ευρέως ως γλυκαντικό
στην Ιαπωνία, τη
Νότια Αμερική, την
Ελβετία, Αυστραλία,
Νέα Ζηλανδία και
περιοχές της Ασίας.
Το γένος
Stevia
αποτελείται από 240
είδη φυτών, ενδημικά
της Νότιας Αμερική,
της Κεντρικής
Αμερικής και του
Μεξικό, με πολλά
είδη που βρέθηκαν
μέχρι τη βόρειο
Αριζόνα, το Νέο
Μεξικό και το Τέξας.
Για πρώτη φορά είχαν
ερευνηθεί από τον
Ισπανό γιατρό και
βοτανολόγο
Pedro Jaime Esteve,
και η λέξη
stevia είναι
η εκλατινισμένη
μορφή του επωνύμου
του. Η χρήση των
γλυκών ειδών της
S.
rebaudiana
από τον άνθρωπο
προέρχεται από τη
Νότια Αμερική. Τα
φύλλα του φυτού
Stevia έχουν
30-45 φορές τη
γλυκύτητα του
καλαμοσάκχαρου ή
σακχαρόζης, της
συνηθισμένης δηλ.
επιτραπέζιας
ζάχαρης. Τα φύλλα
μπορούν να
καταναλωθούν φρέσκα
ή να χρησιμοποιηθούν
σε τσάι και τρόφιμα.
Το 1899, ο Ελβετός
βοτανολόγος
Moises Santiago
Bertoni, κατά
την έρευνά του στην
Ανατολική Παραγουάη
περιγράφει για πρώτη
φορά το φυτό και τη
γλυκιά του γεύση με
λεπτομέρεια. Αλλά,
μόνο περιορισμένη
έρευνα διεξήχθη για
το θέμα, όταν το
1931, δύο Γάλλοι
χημικοί απομόνωσαν
τα γλυκοειδή (glycosides)
που δίνουν στη
Stevia τη
γλυκιά γεύση της. Οι
ενώσεις αυτές
ονομάστηκαν
stevioside
και
rebaudioside,
και είναι 250-300
φορές πιο γλυκές από
τη ζάχαρη, με
σταθερή θερμοκρασία,
σταθερό
pH, και χωρίς
ζυμώσεις. Η ακριβής
δομή των γλυκοειδών
(aglycone
και
glycoside)
δημοσιεύθηκε το
1955.
Στις αρχές της
δεκαετίας του 1970,
η Ιαπωνία ξεκίνησε
την καλλιέργεια
Stevia ως
εναλλακτική λύση
αντικατάστασης των
τεχνητών γλυκαντικών
ουσιών, όπως
κυκλαμικό και
ζαχαρίνη (cyclamate,
saccharin),
τα οποία θεωρήθηκαν
ύποπτα ως
καρκινογόνες ουσίες.
Τα φύλλα του φυτού,
το υδατοειδές υγρό
εκχύλισμα των
φύλλων, και τα
καθαρά γλυκοειδή
χρησιμοποιήθηκαν ως
γλυκαντικά. Από τότε
που η ιαπωνική
εταιρεία
Morita Kagaku Kogyo
Co.,
Ltd.
παρασκεύασε το πρώτο
εμπορικό γλυκαντικό
από
Stevia στην
Ιαπωνία το 1971, οι
Ιάπωνες
χρησιμοποιούν
Stevia στα
τρόφιμα, στα
αναψυκτικά
(περιλαμβανομένης
της
Coca Cola)
και για επιτραπέζια
χρήση. Η Ιαπωνία
σήμερα καταναλώνει
Stevia
περισσότερο από
οποιαδήποτε άλλη
χώρα, με τη
Stevia να
κατέχει το 40 % στην
αγορά γλυκαντικών.
Σήμερα η
Stevia
καλλιεργείται και
χρησιμοποιείται στα
τρόφιμα και σε άλλες
χώρες όπως την
ανατολική Ασία,
συμπεριλαμβανομένης
της Κίνα (από το
1984), την Κορέα,
την Ταϊβάν, την
Ταϊλάνδη και τη
Μαλαισία. Μπορεί
επίσης να βρεθεί στο
Saint Kitts and
Nevis, σε
ορισμένα μέρη της
Νότιας Αμερικής
(Βραζιλία, Κολομβία,
Περού, Παραγουάη και
Ουρουγουάη) και στο
Ισραήλ. Η Κίνα είναι
ο μεγαλύτερος
εξαγωγέας παράγωγων
στέβης στον κόσμο.
Στη φύση, τα είδη
της
Stevia
φυτρώνουν σε
διαφορετικές ημι-άνυδρες
περιοχές, που μπορεί
να είναι από λιβάδια
και βοσκοτόπια μέχρι
ορεινές τοποθεσίες.
Η
Stevia
παράγει σπόρους,
αλλά μόνο ένα μικρό
ποσοστό από αυτούς
βλασταίνουν. Η
φύτευση
κλωνοποιημένων
μοσχευμάτων στέβιας
είναι μια πιο
αποτελεσματική
μέθοδος
αναπαραγωγής.
Για αιώνες, οι φυλές
Guarani της
Παραγουάης, της
Βολιβίας και της
Βραζιλίας
χρησιμοποιούσαν
Stevia, που
την έλεγαν
ka'a
he'e
(γλυκό βότανο), ως
γλυκαντική ουσία σε
yerba mate
και σε ιαματικά
τσάγια για να
θεραπεύσουν την
καούρα (στομαχιού)
και άλλες ασθένειες.
Μια πιο πρόσφατη
ιατρική έρευνα
έδειξε πιθανότητες
αντιμετώπισης της
παχυσαρκίας και της
υπέρτασης. Η
Stevia έχει
αμελητέα επίδραση
στην γλυκόζη του
αίματος, και
βελτιώνει ακόμα και
την ανοχή του
οργανισμού σε
γλυκόζη, γι' αυτό
είναι ελκυστική ως
φυσική γλυκαντική
ουσία στους
διαβητικούς, άλλα
και σε ανθρώπους που
κάνουν διατροφή με
χαμηλά ποσοστά
υδατανθράκων.
Έχει προταθεί ακόμα
και ως πιθανή
θεραπεία της
οστεοπόρωσης με τον
ισχυρισμό ότι
μειώνεται κατά 75% η
πιθανότητα θραύσης
στα κελύφη των αβγών
του κοτόπουλου, αν
προστεθεί στην τροφή
τους ένα μικρό
ποσοστό σκόνης από
φύλλα στέβιας
Έχει διατυπωθεί η
άποψη ότι οι χοίροι
που τρέφονται με
εκχύλισμα στέβιας
έχουν διπλάσια
περιεκτικότητα
ασβεστίου στο κρέας
τους, αλλά δεν έχουν
επαληθευτεί αυτοί οι
ισχυρισμοί.
Πηγή:
http://en.wikipedia.org/wiki/Stevia
http://www.stevia.net/history.htm
πίσω στο Μέρος
Α΄ |
|
 |
|
|
|
|
|
|
 |
|